δυσοίωνος


δυσοίωνος
[дисионос] εκ. зловещий.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δυσοίωνος" в других словарях:

  • δυσοίωνος — η, ο αυτός που προμηνύει κακό ή δυσμενή έκβαση …   Dictionary of Greek

  • δυσοίωνος — η, ο αυτός που προμηνά κακό: Οι δυσοίωνες προβλέψεις ευτυχώς δεν επαληθεύτηκαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκαιός — ά, ό / σκαιός, ά, όν, ΝΜΑ, θηλ. και ή, Ν μτφ. (για πρόσ.) βάναυσος, τραχύς, σκληρός, απότομος (α. «ο σκαιός χαρακτήρας του τόν αποξενώνει από όλους» β. «σκαιός.... καὶ ἀναίσθητος», Δημοσθ.) αρχ. 1. αυτός που βρίσκεται προς τα αριστερά, αριστερός… …   Dictionary of Greek

  • γρουσούζης — και γουρσούζης, α, ικο 1. ο δυσοίωνος, αυτός που φέρνει κακοτυχία 2. δύστροπος, κακορίζικος άνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. γουρσούζης < τουρκ. uğursuz «δυσοίωνος» γρουσούζης < γουρσούζης, με αντιμετάθεση] …   Dictionary of Greek

  • Αινόπαρις — Αἰνόπαρις ( ιδος), ο (Α) ο δυσοίωνος, ο πρόξενος συμφορών Πάρις (πρβλ. και Δύσπαρις). [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰνὸς + Πάρις] …   Dictionary of Greek

  • άλοβος — η, ο (Α ἄλοβος, ον) [λοβός] νεοελλ. αυτός που δεν έχει λοβό αρχ. (για θυσιαζόμενα ζώα) αυτός που στερείται λοβού τού ήπατος και για τούτο δυσοίωνος …   Dictionary of Greek

  • άμορος — (I) ἄμορος, ον (Α) [μόρος] 1. (με γεν.) στερημένος, αμέτοχος «ἄμορος τέκνων» (Ευρ.) 2. απόλ. κακότυχος, κακομοίρης «κακὸν κακῶς νιν ἄμορον ἐκτρῑψαι βίον» (Σοφ.). (II) η, ον 1. άφαντος «έγινεν άμορος» 2. το ουδ. ως ουσ. άμορο, το το ποντίκι.… …   Dictionary of Greek

  • έξεδρος — ἔξεδρος, ον (Α) [έδρα] 1. έξω από τον τόπο διαμονής («ὡς οὐκ ἔξεδρος, ἀλλ ἔντοπος», Σοφ.) 2. ξένος, παράδοξος, αλλόκοτος («καὶ οὕτως ἔξεδρον τὴν τῆς μοχθηρίας υπερβολήν», Αριστοτ.) 3. (με γεν.) ο μακριά από κάτι 4. δυσοίωνος («ἔξεδροι ὄρνιθες»,… …   Dictionary of Greek

  • ανεπιτήδειος — α, ο (Α ἀνεπιτήδειος, ον) ακατάλληλος νεοελλ. αδέξιος, ανίκανος αρχ. 1. επιβλαβής 2. μη ευνοϊκός, εχθρικός 3. δυσμενής, δυσοίωνος 4. ως ουσ. εχθρός, πολιτικός αντίπαλος 5. επίρρ. ανεπιτηδείως πράττω είμαι δυστυχισμένος, δυστυχώ …   Dictionary of Greek

  • απαίσιος — α, ο (AM ἀπαίσιος, ον κ. ιος, ία, ον) [αίσιος] ο δυσοίωνος, αυτός που προμηνύει κάτι κακό μσν. νεοελλ. φρικτός, αποτρόπαιος νεοελλ. αποκρουστικός, πολύ άσχημος …   Dictionary of Greek